Το άρθρο γράφηκε τον Ιούνιο του 2019

 

Μια φράση που ακούμε συχνά από τους μαθητές και τις μαθήτριές μας είναι η εξής: Μα κύριε, πως θα διαβάσω μόνος/η  μου αν δεν μου το εξηγήσει κάποιος!...

Οι μαθητές και οι μαθήτριες έχουν, από πολύ νωρίς, διαποτιστεί υπόγεια με την ιδέα ότι κείμενο γραμμένο στα βιβλία είναι απριόρι ακαταλαβίστικο και  πρέπει να τους το εξηγήσει κάποιος για να το προσεγγίσουν. Κι αυτός θα είναι ο καθηγητής τους ή ο φροντιστής τους. Έτσι, καταλήγουμε ότι πρέπει οπωσδήποτε να προηγηθεί της μελέτης (ή ακόμη χειρότερα να αντικαταστήσει τη μελέτη) η εισήγηση του καθηγητή. Μετά αυτή δεν αρκεί, χρειάζεται  και η εισήγηση του φροντιστηρίου, όπου καταφεύγουν οι μαθητές σε όλο και μικρότερες τάξεις. Έτσι τροφοδοτείται η παραπαιδεία, αποδυναμώνεται η δημόσια εκπαίδευση και ο φαύλος κύκλος συνεχιζόμενος στο διηνεκές, αποδυναμώνει όλο και περισσότερο την μαθησιακή αυτοπεποίθηση των μαθητών.

Τα φροντιστήρια από την άλλη, επειδή, ηθελημένα ή μη, δεν μπορούν να αντιμετωπίσουν την προβαλλόμενη από τους ίδιους τους μαθητές ανικανότητα στην κατανόηση του νοήματος του κειμένου, για να αντιμετωπίσουν την δυσκολία, καταφεύγουν στην διδασκαλία τεχνασμάτων παράκαμψης του νοήματος, εστιάζοντας σε τυφλοσούρτες που θα βοηθήσουν μόνο στην επιτυχία  στα διαγωνίσματα και στις εξετάσεις. Έτσι, ενισχύεται η παπαγαλία και καταλύεται η δυνατότητα της προσέγγισης του νοήματος με κριτική σκέψη. Καταλύεται δηλαδή η μάθηση και όλοι οι κόποι των μαθητών στοχεύουν στις εξετάσεις.

Άριστοι μαθητές της Γ΄ Λυκείου, που πραγματικά μοχθούν όλες τις διαθέσιμες "ελεύθερες" ώρες τους (γιατί οι υπόλοιπες είναι κατειλημμένες από το σχολείο, το φροντιστήριο και τις μετακινήσεις σε αυτά) λύνουν άπταιστα ασκήσεις τυποποιημένες, αδυνατούν, όμως, να απαντήσουν σε απλές ερωτήσεις κρίσεως, ερωτήσεις που ελέγχουν την κατανόηση των εννοιών και ξεφεύγουν λίγο από την πεπατημένη...

Παράλληλα, από τις ειδήσεις ακούμε ότι πολλοί από τους μαθητές που πέρασαν πρώτοι στις δύσκολες σχολές, συχνά δεν είχαν καμιά βοήθεια από μικρή ηλικία, είτε λόγω οικονομικών δυσκολιών είτε επειδή διέμεναν σε απομακρυσμένες περιοχές. Τα παιδιά αυτά, αναγκάστηκαν να βασιστούν στις δικές τους δυνάμεις από νωρίς, απέκτησαν μαθησιακή  αυτοπεποίθηση, απέκτησαν δηλαδή την πεποίθηση ότι με λίγη προσπάθεια μπορούν μόνοι τους να κατανοήσουν αυτό που διαβάζουν. Έτσι, προσεγγίζοντας τη γνώση από το σωστό δρόμο, το δρόμο της δημιουργίας απορίας και της ακόλουθης επίλυσής της, αποκτούν βαθιά κατανόηση του αντικειμένου μελέτης τους με επακόλουθο να μπορούν να σκεφτούν κριτικά πάνω σ΄ αυτό. Αποκτούν δηλαδή κριτήρια ώστε από τα δεδομένα να εξάγουν συμπεράσματα.

Πιστεύω ότι αυτό είναι το κλειδί της μάθησης: Η μαθησιακή αυτοπεποίθηση. Όταν αυτή υπάρχει, ο μαθητής δεν βασίζεται τόσο στο εκπαιδευτικό σύστημα ή στις γνώσεις και στις ικανότητες του καθηγητή του. Βασίζεται στις δικές του δυνάμεις. Υλικό για μάθηση υπάρχει στα βιβλία. Στην εποχή της τεχνολογίας και των δικτύων της πληροφορίας, εξ΄ άλλου, δεν υπάρχει δικαιολογία. Ό,τι πραγματικά μας ενδιαφέρει, ό,τι πραγματικά αναζητάμε, το βρίσκουμε. Σίγουρα θα συναντήσουμε δυσκολίες κατά την προσπάθεια της μελέτης. Σίγουρα θα δημιουργηθούν απορίες. Ξέρουμε, όμως, ότι αν δεν δημιουργηθεί απορία μέσα μας, δεν έχει μαθησιακή αξία καμιά έτοιμη απάντηση. Όταν οι καθηγητές εξηγούν στους μαθητές αυτό για το οποίο οι μαθητές δεν αναρωτήθηκαν ακόμη, η εξήγηση πέφτει στο κενό. Αντίθετα, αν επιλύουν μια δική τους απορία, τότε η εξήγηση φωτίζει όπως το φως το σκοτάδι. Τότε είναι που η απάντηση δημιουργεί τις κατάλληλες συνάψεις και βρίσκει τη θέση της μέσα στο γνωσιακό πλέγμα στο μυαλό των μαθητών.

Η μαθησιακή αυτοπεποίθηση θα μπορούσε να αλλάξει όλο το πλαίσιο της εκπαιδευτικής διαδικασίας. Εξ΄ άλλου, η κλασική παράδοση ενώπιον των μαθητών είναι μη αποδοτική και σημαντικό χάσιμο χρόνου για τους μαθητές. Ο ρόλος των καθηγητών/τριών στα σχολεία πρέπει να είναι καθαρά καθοδηγητικός. Δηλαδή, να εμπνέουν τον μαθητή για μάθηση, να βάζουν το πλαίσιο, να δίνουν το υλικό, να δίνουν το χρονοδιάγραμμα, να δημιουργούν συνθήκες έρευνας και επαφής με το αντικείμενο της μάθησης και να ελέγχουν την πρόοδο. Να ελέγχουν την πρόοδο όχι μόνο με στόχο την αξιολόγηση, αλλά και με στόχο να προστατέψουν από την παγίδα, από τα ρηχά νερά, που τόσο εύκολα εξοκείλουν οι μαθητές: το "δεν μπορώ μόνος/η μου". Να είναι εκεί όχι για να αναλάβουν να εξηγήσουν, αλλά για να εμπνεύσουν το: ΝΑΙ! ΜΠΟΡΕΙΣ. Συνέχισε να ερευνάς. Συνέχισε να αναζητάς. Κι έτσι, από μικρή ηλικία, αν είναι δυνατό πριν την Α΄ Γυμνασίου, οι μαθητές θα ξέρουν από δική τους εμπειρία ότι όποιος αναζητά, έχει την αυτάρκεια αλλά και τη δύναμη να μαθαίνει!

Προτεινόμενο πλαίσιο εκπαιδευτικής διαδικασίας

Ο καθηγητής, προσαρμοσμένος στις νέες τεχνολογίες, διαθέτει μια ηλεκτρονική πλατφόρμα (LMS πχ Moodle ή Edu4schools ή e-class) στην οποία όλοι οι μαθητές του έχουν πρόσβαση και μέσω αυτής μπορούν να επικοινωνούν αμφίδρομα με τον καθηγητή τους. Στις πλατφόρμες αυτές, μπορεί να ανεβαίνουν παραπομπές στα σχολικά βιβλία και στα προτεινόμενα βοηθήματα, ή μπορεί να ανεβαίνουν κείμενα, εκπαιδευτικό υλικό, βοηθητικό υλικό, πολυμέσα, εκφωνήσεις εργασιών, ασκήσεις, quiz, test, ακόμη και ολόκληρα ηλεκτρονικά μαθήματα και διαγωνίσματα. Η πλατφόρμα αυτή κτίζεται χρονιά την χρονιά από τον καθηγητή και εμπλουτίζεται με την πάροδο του χρόνου.

Εφόσον μέσα από την πλατφόρμα υπάρχει η δυνατότητα καθοδήγησης και συντονισμού του εκπαιδευτικού έργου καθώς και μέσα σ΄ αυτήν υπάρχουν οι αναφορές σε όλο το απαραίτητο εκπαιδευτικό υλικό, το μόνο που μένει είναι να δοθούν γραπτές οδηγίες προς τους μαθητές για την ύλη που θα δουλέψουν σε ένα συγκεκριμένο χρονικό διάστημα. Δίνονται οι στόχοι, το χρονικό πλαίσιο και ο τρόπος της αξιολόγησης. Όλα αυτά, γίνονται εκτός σχολείου, εξ΄ αποστάσεως, μέσω της πλατφόρμας. Οι μαθητές είναι πολύ εξοικειωμένοι με τη σύγχρονη τεχνολογία. Είναι κρίμα να ξοδεύεται ο πολύτιμος χρόνος της τάξης, για να απαγγέλλουμε το "μάθημα της ημέρας" και να λέμε ποιες ασκήσεις να κάνουν οι μαθητές. Πολύ περισσότερο, να χάνουμε χρόνο για να υπαγορεύσουμε ή να γράψουμε στον πίνακα υλικό που οι μαθητές θα μπορούσαν να βρουν αναρτημένο στην πλατφόρμα του σχολείου και στα βιβλία τους.

Τι πρέπει να γίνεται μέσα στην τάξη; Πώς θα αξιοποιείται ο ενδοσχολικός χρόνος;

Οι μαθητές έρχονται ετοιμασμένοι πάνω στο υλικό που τους ανατέθηκε για την ημέρα εκείνη, έχουν διαβάσει τη θεωρία από τις πηγές που τους έχουν υποδειχθεί, έχουν δει τα σχετικά βίντεο, ή άλλα πολυμέσα που θα τους βοηθήσουν στην κατανόηση, έχουν ενδεχομένως προσπαθήσει να λύσουν ασκήσεις που τους υποδείχθηκαν ή να κάνουν κάποια εργασία που τους ανατέθηκε, οπότε όταν έρχονται στην τάξη, είναι ενήμεροι. Δηλαδή έχουν καταλάβει μέρος ή όλο το υλικό και έχουν κάποιες συγκεκριμένες απορίες.

Ο χρόνος της τάξης, λοιπόν, είναι στη διάθεση των μαθητών για να δουλέψουν πάνω στις απορίες τους, είναι χρόνος όπου μπορούν να συνεργαστούν ομαδικά και να εφαρμόσουν αυτά που έμαθαν, να δουν πώς δουλεύουν στην πράξη, να κάνουν ένα πείραμα ή μια κατασκευή, να συζητήσουν μεταξύ τους και με τον καθηγητή τους με τρόπο που να διευρύνουν τις γνώσεις τους πάνω στο αντικείμενο, ή να τους δοθεί η ευκαιρία να το συνδέσουν με άλλα γνωστικά αντικείμενα. Μπορούν επίσης να συμμετέχουν σε ομαδικά συναγωνιστικά quiz και γενικά να παρακινηθούν για μάθηση, να εμπνευστούν και να περάσουν στο σχολείο έναν δημιουργικό και ευχάριστο χρόνο.

Κι ας μη σκεφτούμε αρνητικά για την απασχόληση του μαθητή στο σπίτι: μα καλά, δεν φτάνουν τόσες ώρες που ξοδεύει το παιδί στο σχολείο και στο φροντιστήριο; Πρέπει να το επιφορτίσουμε με τόση έξτρα δουλειά στο σπίτι; Το ερώτημα είναι δικαιολογημένο στο ισχύον πλαίσιο, όπου ο μεν ενδοσχολικός χρόνος πηγαίνει χαμένος, οι δε μαθητές και οι γονείς τους θεωρούν απαραίτητο το φροντιστήριο, οπότε χάνονται πολλές ώρες "παράδοσης" και μετακινήσεων. Αν όμως σκεφτούμε μέσα στο νέο προτεινόμενο πλαίσιο, όπου ο μαθητής πιστεύει και μπορεί να μελετήσει και να προετοιμαστεί μόνος του, τότε η προετοιμασία αυτή θα απαιτήσει τις μισές ώρες από αυτές που αφιερώνει σήμερα, ενώ θα είναι πολλαπλάσια αποδοτική.

Όλα αυτά, όμως, για να γίνουν, προαπαιτούν τη διάθεση του μαθητή για γνώση, τη διάθεση του καθηγητή να προσαρμόζεται στις νέες τεχνολογίες και εκπαιδευτικές μεθόδους αλλά, κυρίως, την μαθησιακή αυτοπεποίθηση του μαθητή. Αν λείπει το πρώτο δεν πρόκειται να επέλθει μάθηση, όποιο τρόπο και να ακολουθήσουμε. Το δεύτερο είναι ευχής έργο να υπάρχει προς το συμφέρον του μαθητή, ωστόσο, αν λείπει, η ζημία αναπληρώνεται πολύ εύκολα από τον κάθε μαθητή αν υπάρχει το τρίτο.

Καλοκαίρι του 2019,

Γρηγόρης Καλόμοιρος, εκπαιδευτικός

Υ.Γ. Το προτεινόμενο σύστημα έχει εφαρμοστεί με επιτυχία στην πράξη, στο Λύκειο Κονταριώτισσας, στο μάθημα της χημείας και σε άλλα μαθήματα.  Το κείμενο αυτό έχει γραφεί πολύ πριν την επιδημία που ανάγκασε τη μερική εφαρμογή του παραπάνω πλαισίου. Σε κάθε περίπτωση, η επιτυχία προϋποθέτει την προσέγγιση αυτή, από τον μαθητή, από το Γυμνάσιο, από τις πρώτες τάξεις και όχι την τελευταία στιγμή στο Λύκειο.